Απόφαση του γραφείου μας σε ανακοπή κατά επιταγής – Ισόποση αμοιβή δικηγόρου – Άρθρο 72 Ν. 4194/2013

Ανακοπή κατά επιταγής για αναζήτηση δικαστικής δαπάνης. Ισόποση αμοιβή δικηγόρου. Μοναδικός λόγος ανακοπής το υπέρμετρα επαχθές της ισόποσης αμοιβής του δικηγόρου, που κατά την κρίση του ανακόπτοντος πρέπει να είναι ανάλογη της επιστημονικής εργασίας που δαπανάται για έκαστη εργασία, εν προκειμένω για τη σύνταξη της επιταγής. Ουσία αβάσιμος ο λόγος και απόρριψη της ανακοπής, λόγω της γραμματικής διατύπωσης του άρθρου 72 του Κώδικα Δικηγόρων (Ν.4194/2013) που θεσπίζει νόμιμο περιορισμό στην ιδιοκτησία του οφειλέτη, καθώς ενυπάρχει το δικαίωμα του πληρεξούσιου δικηγόρου του δανειστή που επισπεύδει την αναγκαστική εκτέλεση. Ο νομοθέτης επιθυμεί να διαλύσει κάθε πιθανή αμφιβολία για το νόημα της σχετικής διάταξης και έτσι να αποφύγει ερμηνευτικά ζητήματα που είχαν ανακύψει στο παρελθόν σχετικά με κατώτατα και ανώτατα όρια αμοιβών των δικηγόρων. Απορρίπτει ανακοπή.

 

Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης (Ειδική Διαδικασία Περιουσιακών Διαφορών)

Αριθμός Απόφασης 771/2020

 

Πληρεξούσιοι Δικηγόροι: Του καθ’ ού η ανακοπή: Ουρανία Σαλπιστή

 

ΑΦΟΥ ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η ανακόπτουσα εκθέτει στην κρινόμενη ανακοπή της ότι, μετά από μακροχρόνιο δικαστικό αγώνα με τον πρώην σύζυγό της, με αντικείμενο τη σύναψη προφορικών συμβάσεων δανείου, εκδόθηκε η με αριθμό ……… απόφαση του δικαστηρίου αυτού, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή της ως ουσία αβάσιμη, Ότι στη συνέχεια άσκησε έφεση κατά της ως άνω απόφασης, ο δε πρώην σύζυγός της άσκησε σχετική αντέφεση, επί των οποίων εκδόθηκε η με αριθμό …….. απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία απορρίφθηκε η αντέφεση του καθ’ ού ως απαράδεκτη, καθώς και η δική της έφεση ως ουσία αβάσιμη. Στη συνέχεια, ο καθ’ ού με βάση το υπ’ αριθμ. …. πρώτο εκτελεστό απόγραφο της ……. απόφασης του δικαστηρίου τούτου, της επέδωσε στις…….., ακριβές αντίγραφο με την παρά πόδας, από …..επιταγή προς εκτέλεση, επιτάσσοντάς την να καταβάλει α) για επιδικασθείσα δικαστική δαπάνη ποσού 2.900 ευρώ, β) για νόμιμη συμβουλή για τη σύνταξη της επιταγής, σύμφωνα με το άρθρο 72 του Κώδικα Δικηγόρων, πλέον 24% ΦΠΑ 696 ευρώ, συνολικά δε 3.596 ευρώ (2.900 + 696), γ) για επίδοση επιταγής 45 ευρώ, για έξοδα λήψης απογράφου 5 ευρώ και αντιγραφικά έξοδα 10 ευρώ, ήτοι συνολικά 6.556 ευρώ, νομιμοτόκως έως την ολοσχερή εξόφληση. Ενόψει των ανωτέρω η ανακόπτουσα ζητεί να ακυρωθεί η από …επιταγή προς εκτέλεση, διότι η διάταξη του άρθρου 72 παρ. 1 του Ν. 4194/2013 αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 25 παρ. 1 του Συντάγματος, κατά τα λεπτομερώς διαλαμβανόμενα σε αυτήν (ανακοπή) και να καταδικασθεί ο καθ’ ού η ανακοπή στα δικαστικά της έξοδα.

Η ένδικη ανακοπή εισάγεται για να συζητηθεί με το ανωτέρω περιεχόμενο και τα συγκεκριμένα αιτήματα , ενώπιον του παρόντος Μονομελούς Πρωτοδικείου, της περιφέρειας της κατοικίας της ανακόπτουσας, καθότι μετά την επίδοση της προσβαλλόμενης επιταγής δεν ακολούθησαν άλλες πράξεις της εκτελεστικής διαδικασίας (άρθρο 933 παρ. 1 και 3 σε συνδ. Με 584 ΚΠολΔ), αρμοδίως ενόψει του εκτελεστού τίτλου και με την προσήκουσα ειδική διαδικασία των περιουσιακών διαφορών (άρθρο 937 παρ. 3, σε συνδ. με 614 επ., 591 παρ. 1 εδ.πρώτο και 585 παρ. 1 ΚΠολΔ). Εξάλλου, η υπό κρίση ανακοπή είναι μεν εμπρόθεσμη, καθόττι – όπως προκύπτει a contrario από την διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1 περ. α’ ΚΠολΔ – σε περίπτωση έμμεσης εκτέλεσης (όπως η ένδικη) προς ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης (άρθρο 951 ΚΠολΔ)- η ανακοπή κατά της επιταγής προς εκτέλεση ασκείται το αργότερο μέσα σε 45 ημέρες από την ημέρα κατάσχεσης, η οποία στην προκειμένη περίπτωση δεν προκύπτει ότι έχει επιβληθεί ακόμα, ορισμένη νομικά και ποσοτικά, καθότι περιέχει όλα τα αναγκαία κατά το νόμο στοιχεία (άρθρα 118, 216 ε συνδ.  με 937 παρ.3 , 614 επομ., 591 παρ. 1 περ. α’ και 585 ΚΠολΔ) που είναι νομικώς ικνά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται (ΑΠ 45/2017 ΤρΝομΠληρΝΟΜΟΣ) τα οποία εξειδικεύει επαρκώς, ώστε να παρέχεται στο μεν καθ’ ου η ανακοπή η ευχέρεια της άμυνας κατά της αξιώσεως που θεμελιώνεται επ’ αυτών, στο δε δικαστήριο η δυνατότητα ελέγχου του βάσιμου κατά νόμο της κρινόμενης ανακοπής (ΑΠ 862/2015, ΑΠ 935/2014, ΤρΝομΠληρΝΟΜΟΣ) και εν γένει παραδεκτή διότι από τα περιστατικά που περιλαμβάνει -αληθή υποτιθέμενα- προκύπτει ότι συντρέχουν όλες οι διαδικαστικές προϋποθέσεις άσκησής της (άρθρα 62 έως 72, σε συνδ. με ο.π. , ΚΠολΔ), πλην όμως πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της, διότι ο μοναδικός λόγος που προσβάλλεται με την ένδικη ανακοπή, προς στήριξη του κυρίου αιτήματος αυτής (για ακύρωση, άλλως μεταρρύθμιση, της προσβαλλόμενης επιταγής), δε στηρίζεται στο νόμο και για αυτό τυγχάνει απορριπτέος. Αυτό συμβαίνει διότι από καμία διάταξη νόμου δεν προκύπτει με καμία ερμηνευτική μέθοδο (γραμματική – ιστορική – τελολογική ή άλλη) πως η αμοιβή του πληρεξούσιου δικηγόρου του δανειστή που επισπεύδει την αναγκαστική εκτέλεση, για τη σύνταξη της επιταγής προς εκτέλεση, κάτω από αντίγραφο του εκτελεστού τίτλου με τον εκτελεστήριο τύπο (άρθρα 918,924 ΚΠολΔ, άρθρου 72 παρ. 1 Ν. 4194/2013) – για να βαρύνει τελικά τον καθ’ ού η εκτέλεση οφειλέτη ως εξοδο της αναγκαστικής εκτέλεσης (άρθρο 932 ΚΠολΔ)- πρέπει το ύψος της να είναι ανάλογο με την εργασία του δικηγόρου που προέβη στην σύνταξή της.

Η επικαλούμενη από την ανακόπτουσα ερμηνεία του άρθρου 72 παρ 1 του Ν. 4194/2013 (ΦΕΚ Α ‘ 208/27.09.2013) – Κώδικας Δικηγόρων , δεν στηρίζεται ούτε στο γράμμα της συγκεκριμένης διάταξης ούτε στο πνεύμα αυτής, δεδομένου ότι η – ξεκάθαρη και χωρίς διάκριση- γραμματική της διατύπωση , που ρητά αναφέρει ότι « 1. Για τη σύνταξη επιταγής προς εκτέλεση τίτλων εκτελεστών η αμοιβή του δικηγόρου ορίζεται στο σύνολο της δικαστικής δαπάνης, όπως αυτή επιδικάστηκε από το δικαστήριο.», κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου οφείλεται στο ότι ο νομοθέτης επιθυμεί να διαλύσει κάθε πιθανή αμφιβολία για το νόημα της σχετικής διάταξης και έτσι να αποφύγει ερμηνευτικά ζητήματα που είχαν ανακύψει στο παρελθόν, όπου για τη σχετική αμοιβή προβλέπονταν ελάχιστα και ανώτατα όρια (άρθρο 127 Ν.Δ. 3026/1954) με αποτέλεσμα τον καθορισμό της αμοιβής από τα δικαστήρια, ανάλογα με την επιστημονική εργασία, την αξία και το είδος της υποθέσεως που διεκπεραιώθηκε , τον καταναλωθέντα χρόνο τη σπουδαιότητα της διαφοράς, τις ιδιάζουσες περιστάσεις και γενικά καταβληθείσες ή εξώδικες ενέργειες 9ΑΠ 50/2006 ΧρΙΔ 2006. 616, ΕφΠειρ 507/2014 ΤρΝομΠληρΝΟΜΟΣ και τις εκεί αναφερόμενες παραπομπές) κριτήρια τα οποία δεν έχουν πεδίο εφαρμογής πλέον κατά την σαφή βούληση του νομοθέτη. Η επικαλούμενη από την ανακόπτουσα, σύνδεση της σχετικής αμοιβής με την επιστημονική εργασία του συντάκτη δικηγόρου, προφανώς και δεν στηρίζεται σε καμία διάταξη νόμου, ενώ – κατά την κρίση του παρόντος δικαστηρίου- δεν μπορεί να θεμελιωθεί ούτε σε διατάξεις υπερνομοθετικής ισχύος που προστατεύουν « …το δικαίωμα ιδιοκτησίας και ειρηνικής απόλαυσης των αγαθών…» διότι η προστασία που παρέχουν οι σχετικές διατάξεις δεν είναι απόλυτη , αλλά είναι επιτρεπτή η επιβολή νομοθετικών περιορισμών εφόσον αυτοί είναι αντικειμενικοί και δικαιολογούνται από λόγους γενικότερου δημοσίου ή κοινωνικού συμφέροντος (ΟλΑΠ 4/2012, ΟλΑΠ 10/2003, ΟλΑΠ 31/2007), και στην προκειμένη περίπτωση το άρθρο 72 παρ. 1 του Κώδικα Δικηγόρων, καθορίζοντας αμοιβή για τη σύνταξη επιταγής για εκτέλεση, ίση με την δικαστική δαπάνη που ορίζει ο εκτελεστός τίτλος, θεσπίζει νόμιμο περιορισμό στην ιδιοκτησία του οφειλέτη- καθ’ ού η εκτέλεση, για λόγο γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος, στο μέτρο που όχι μόνο κατοχυρώνει αλλά επιπρόσθετα καθορίζει επακριβώς ως προς την έκταση του (με τρόπο σαφή και ανάλογο με την αξία και το είδος της εκάστοτε υπόθεσης) το σχετικό δικαίωμα του πληρεξουσίου δικηγόρου του δανειστή που επισπεύδει αναγκαστική εκτέλεση, επιλύοντας ένα παρεπόμενο μεν αλλά εξαιρετικά δυσχερές ερμηνευτικό ζήτημα, που απασχολούσε επί δεκαετίες τα πολιτικά δικαστήρια, αποσπώντας αυτά από την κύρια δικαιοδοτική λειτουργία τους, που είναι η επίλυση των ιδιωτικών διαφορών μεταξύ των διαδίκων.

Κατ’ ακολουθία των ανωτέρω παραδοχών, η υπό κρίση ανακοπή πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της. Τέλος, επειδή η παρούσα απόφαση είναι οριστική και έχει υποβληθεί σχετικό αίτημα από τον καθ’ ού η ανακοπή, με τις έγγραφες προτάσεις που κατέθεσε εμπρόθεσμα και κατά τις νόμιμες διατυπώσεις, πρέπει να περιληφθεί διάταξη για την υποχρέωση πληρωμής των εξόδων, τα οποία πρέπει να εκκαθαρίσει το παρόν δικαστήριο σύμφωνα με τις επιμέρους ισχύουσες διατάξεις (άρθρα 189,191 ΚΠολΔ). Περαιτέρω, επειδή η ανακόπτουσα νικήθηκε (άρθρο 176 εδ.πρώτο ΚΠολΔ), καθότι η ανακοπή της απορρίφθηκε στο σύνολό της, πρέπει να καταδικασθεί να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα του καθ’ ού η ανακοπή, όπως ειδικότερα ορίζονται στο διατακτικό.

Για τους λόγους αυτούς

Δικάζει αντιμωλία των διαδίκων.

Απορρίπτει την ανακοπή.

Καταδικάζει την ανακόπτουσα στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του καθ’ ού η ανακοπή, που ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.