Επιτυχής απόφαση του γραφείου μας σχετικά με τις δανειακές σχέσεις μεταξύ συζύγων

Έπειτα από πλήθος αιτημάτων σας, ανωνυμοποιήσαμε και σας παραθέτουμε απόφαση του γραφείου μας, με την οποία δικαιώθηκε εντολέας μας σε υπόθεση που ήταν εναγόμενος για την επιστροφή φερόμενων δανειακών ποσών, δοθέντων κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης.

Συγκεκριμένα, εκπροσωπήσαμε την εναγομένη πλευρά του συζύγου, όπου κρίθηκε κατ’ έφεσιν και κατά παραδοχή των προβαλλομένων ισχυρισμών μας, ότι τα φερόμενα ως δανεισθέντα χρήματα από προσωπικά δάνεια της συζύγου προς τον σύζυγο κατά την περίοδο της έγγαμης συμβίωσής τους για την ανοικοδόμηση της κατοικίας τους και την κάλυψη των οικογενειακών δαπανών, δεν ήταν προϊόν δανείου. Κατόπιν αυτού η αγωγή της αντιδίκου απερρίφθη ως ουσία αβάσιμη κατά απόλυτη επιτυχία των νομικών χειρισμών μας.

Τα θέματα που πραγματεύτηκε η απόφαση ήταν:

  • Η παραδεκτή άσκηση αντέφεσης (από πλευράς νικήσαντος διαδίκου) κατ’ αναλογική εφαρμογή του άρθρου 516 παρ. 2 ΚΠολΔ μόνον για ζητήματα που κρίνονται από το δικάσαν δικαστήριο και είναι ΑΝΑΓΚΑΙΑ για τη διάγνωση της διαφοράς και όχι για πλεοναστικώς κριθέντα ζητήματα που γίνονται από το ίδιο δικαστήριο προς υποβοήθηση της κρίσης του (ΑΠ 136/2015 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 869/2017, ΑΠ 1226/2012, Εφ Θεσ 8/2006 Αρ..2006, 1259 κά). Στο σημείο αυτό να διευκρινισθεί ότι υπεβλήθη αντέφεση εκ μέρους μας για επικουρική αιτιολογία της πρωτοδίκου αποφάσεως και απερρίφθη με το ανωτέρω σκεπτικό, καταλογίζοντάς μας δικαστική δαπάνη.
  • Μεταξύ συζύγων ενυπάρχει ηθική αδυναμία απόκτησης εγγράφου αποδείξεως κατά την εξαίρεση του άρθρου 394 παρ. 1β ΚΠολΔ.
  • Η ένσταση καταχρηστικής άσκησης δικαιώματος θα πρέπει να προβάλλεται σε σχέση και με γεγονότα που υποδηλώνουν την αδράνεια και όχι μόνον με την επίκληση του μακρού χρόνου αδράνειας άσκησης δικαιώματος
  • Η παραγραφή της συμβάσεως δανείου συμβαίνει εντός μηνός από της καταγγελίας αυτής και όχι από της συνάψεως (άρθρα 249,251,807ΑΚ και αντί πολλών ΑΠ 1058/1982 ΕλΔνη 24,213/ ΕφΑθ 10683/1991 ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).
  • Η παραδεκτή προβολή των πραγματικών αγωγικών ισχυρισμών για τη σύναψη δανείου, περιλαμβάνει μόνον το γεγονός δανεισμού των χρημάτων δίχως άλλες ιστορικές αναφορές, όπως διαλαμβάνει το άρθρο 806 ΑΚ.

Παρακάτω θα βρείτε ανωνυμοποιημένη την απόφαση.

Δανειακές σχέσεις μεταξύ συζύγων. Φερόμενα χορηγηθέντα δάνεια εντός της έγγαμης συμβίωσης. Καταχρηστική άσκηση δικαιώματος προϋποθέσεις. Αποδεικτικά μέσα. Παραγραφή της αξίωσης – Χρόνος εκκίνησης. Οικονομικές σχέσεις των συζύγων κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσης. Κοινοί λογαριασμοί και αναληφθέντα χρήματα από αυτούς. Συνεισφορά στις ανάγκες του κοινού βίου. Ένσταση συμψηφισμού.

 

Αριθμός απόφασης 1617/2019

Μονομελές Εφετείο Θεσσαλονίκης

Τμήμα Α’

Δικηγόρος του εφεσίβλητου-αντεκκαλούντος-εναγομένου: Oυρανία Π. Σαλπιστή (ΑΜΔΣΘ3153).

Η ενάγουσα, …….., άσκησε ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, κατά του εναγομένου…….,  την από ….. και με αριθμό κατάθεσης ….. αγωγή της, με την οποία ζήτησε να γίνουν δεκτά όσα αναφέρονται σε αυτή. Το δικαστήριο εκείνο, αφού δίκασε την αγωγή, κατά την τακτική διαδικασία, αντιμωλία των διαδίκων εξέδωσε την …. Οριστική απόφαση, με την οποία απέρριψε αυτήν ως ουσία αβάσιμη, κατά τα ειδικότερα διαλαμβανόμενα στο διατακτικό του. Την οριστική αυτή απόφαση προσέβαλαν τόσο η ενάγουσα με την από ….. έφεσή της, που έχει κατατεθεί στο Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης, με αριθμό …., της οποίας η συζήτηση, ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου, προσδιορίστηκε , με τη, με αριθμ. βιβλ……. πράξη της γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, αρχικώς κατά τη δικάσιμο της ….., κατά την οποία αναβλήθηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικασίμου, όσο και ο εναγόμενος με την από ….. αντέφεσή του, που έχει κατατεθεί στο Εφετείο Θεσσαλονίκης, με γενικό αριθμό κατάθεσης …. Και ειδικό αριθμό ….., της οποίας η συζήτηση ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου προσδιορίστηκε για την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο.

Η έφεση κι η αντέφεση εκφωνήθηκαν από τη σειρά του οικείου πινακίου και συζητήθηκαν αντιμωλία των διαδίκων.

Ο πληρεξούσιος δικηγόρος της εκκαλούσας – αντεφεσίβλητης – ενάγουσας αναφέρθηκε στις προτάσεις της, που κατέθεσε. Αντιθέτως, η πληρεξουσία δικηγόρος του εφεσίβλητου – αντεκκαλούντος – εναγομένου προκατέθεσε, εμπροθέσμως, τις προτάσεις του και παραστάθηκε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου , με δήλωση του άρθρου 242 παρ. ΚΠολΔ.

ΜΕΛΕΤΗΣΕ ΤΗ ΔΙΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στο παρόν Δικαστήριο εκκρεμούν, η από …. Έφεση (με αριθμό έκθεσης κατάθεσης δικογράφου στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο …. Και αριθμό βιβλ. εισαγ….) της πρωτοδίκως, εν όλω ηττηθείσης ενάγουσας και ήδη εκκαλούσας, κατά του εφεσίβλητου – εναγομένου και της υπ’ αριθμ. …. Οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, η οποία εκδόθηκε , αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί αγωγής από σύμβαση δανείου και η από ….. (με γεν αριθμό κατ….. και ειδ. Αριθμ. Κατ…….) αντέφεση του νικήσαντος εφεσίβλητου – εναγομένου κατά της εκκαλούσας – ενάγουσας και κατά της ίδιας, ως άνω , προσβαλλόμενης απόφασης, οι οποίες πρέπει να συνεκδικαστούν, λόγω της πρόδηλης συνάφειας μεταξύ τους και του παρακολουθηματικού χαρακτήρα της αντέφεσης, σε σχέση με την έφεση (άρθρα 31, 246 ΚΠολΔ, βλ. ΟλΑΠ 180/79 ΝοΒ 27.1113, ΕφΑθ 7748/2007, ΕφΔωδ 105/2006, ΕφΔωδ 145/2005 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΠατρ 44/2004 ΑΧΑ.ΝΟΜ 2005.219).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 516 παρ. 2 ΚΠολΔ, έφεση έχει δικαίωμα να ασκήσει και ο διάδικος που νίκησε, εφόσον έχει έννομο συμφέρον. Η συνδρομή του έννομου συμφέροντος κρίνεται από την προσβαλλόμενη απόφαση, κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου μέσου, που υπάρχει, όταν ο διάδικος που νίκησε στην πρωτοβάθμια δίκη βλάπτεται από την αιτιολογία της απόφασης και ειδικότερα , αν από αυτή παράγεται βλαπτικό των συμφερόντων του δεδικασμένο, όταν δηλαδή από την αιτιολογία της απόφασης αναφέρεται σε στοιχείο του δικαιώματος που κρίθηκε στη δίκη και στηρίζει το διατακτικό της, όχι όμως και ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν πλεοναστικώς και χωρίς να υπάρχει ανάγκη (βλ. ΑΠ 7748/2007 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 274/2003, ΕΔΠ 2004.51, ΑΠ 1459/2000, ΕλΔνη 2001.741, ΑΠ 1307/1990 Δ 22, 505, ΕφΔωδ 246/2006 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΑθ 2903/2002 Αρμ 2003.1809, ΕφΑθ 1039/2001 ΕλΔνη 2001.1388). Ειδικότερα, από τα άρθρα 321, 322, 324, και 331 του ΚΠολΔ συνάγεται ότι οι τελεσίδικες αποφάσεις αποτελούν δεδικασμένο ως προς εκείνα μόνο τα ζητήματα, επί των οποίων η κρίση και απόφανση ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της διαφοράς και τα οποία έτσι στηρίζουν το διατακτικό της απόφασης, όχι όμως και ως προς εκείνα που θεμελιώνουν άλλη έννομη συνέπεια, διαφορετική από εκείνη που ζητήθηκε και διαγνώστηκε με την απόφαση (βλ. ΑΠ 456/2018 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως, ο εκκαλών εναγομένος, στην περίπτωση αυτή , δεν έχει έννομο συμφέρον να ασκήσει έφεση κατά της απόφασης, για τις δυσμενείς μεν αλλά πλεοναστικώς και χωρίς ανάγκη διαληφθείσες αιτιολογίες της , αφού από αυτές δεν δημιουργείται ουσιαστικό δεδικασμένο (βλ. ΑΠΠ 1459/2000 οπ, ΕφΘες 2976/2005, Αρμ 2006. 1465, ΕφΑθ 1362/1996 ΕλΔνη 38.688). Τα ίδια ισχύουν, κατ’ ανάλογη εφαρμογή του άρθρου 516 παρ. 2 ΚΠολΔ και για την αντέφεση και έτσι, έννομο συμφέρον για άσκηση της (αντέφεσης) αναγνωρίζεται στο διάδικο που νίκησε πρωτόδικα, αν, παρά την ορθότητα του διατακτικού της πρωτόδικης απόφασης, βλάπτεται από τις αιτιολογίες αυτής, οι οποίες περιέχουν τα στοιχεία του διατακτικού και δημιουργούν σε βάρος του δεδικασμένο, όχι όμως ως προς τα ζητήματα που κρίθηκαν χωρίς να υπάρχει ανάγκη, προς υποβοήθηση απλώς της κρίσεως του δικαστηρίου επί του δικαιώματος για το οποίο διεξάγεται δικαστικός αγώνας (βλ. ΑΠ 136/2015  σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΑΠ 869/2017, ΑΠ 1226/2012, ΑΠ 406/2009, ΑΠ 77/2009, ΑΠ 353/1986 ΕλΔνη 28.291, ΕφΑθ 7748/2007 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘες 8/2006 Αρμ 2006.1259, Σ.Σαμουήλ, Η Έφεση, εκδ. 2003, παρ. 615, σελ. 255). Τέλος, το έννομο συμφέρον για την άσκηση ένδικου μέσου αποτελεί διαδικαστική προϋπόθεση της δίκης, η ανάγκη ύπαρξης του οποίου συνάγεται και από τη γενικότερη διάταξη του άρθρου 68 ΚΠολΔ, δεδομένου ότι το έννομο συμφέρον, ως προϋπόθεση του παραδεκτού κάθε ενδίκου μέσου, αποτελεί ειδικότερη έκφανση της θεμελιώδους αρχής που καθιερώνει η ως άνω διάταξη. Η προϋπόθεση δε αυτή εξετάζεται αυτεπάγγελτα από το δικαστήριο και η έλλειψή της συνεπάγεται την απόρριψη του ενδίκου μέσου ως απαραδέκτου (άρθρα 68, 73, 532 ΚΠολΔ, ΑΠ 1236/1990 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, ΕφΘες 2976/2005, Αρμ. 2006. 1465, ΕφΠατρ  228/2003 ΑΧΑ. ΝΟΜ 2003. 227, ΕφΠειρ 11/2000 ΠειρΝομ 2000.17). Στην προκειμένη περίπτωση, η ενάγουσα και ήδη εκκαλούσα με την από …. αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ισχυρίστηκε ότι με τον εναγόμενο και ήδη εφεσίβλητο τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο το έτος 1987, ενώ από το έτος 2012 έχει ασκήσει αγωγή περί λύσης του γάμου τους και εκκρεμεί η έκδοση απόφασης. Ότι, κατά τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους, σύναψε με τον αντίδικό της, για τις ανάγκες ανέγερσης και αποπεράτωσης της περιγραφόμενης οικίας του, επί ακινήτου της συνιδιοκτησίας αυτού και ετέρων συγγενών του, τις αναφερόμενες διαδοχικές συμβάσεις δανείου, δυνάμει των οποίων μεταβίβασε , κατά κυριότητα, στον αντίδικό της το συνολικό ποσό των 146.554,79 €, όπως ειδικότερα αναλύονται οι επιμέρους, κατά το περιεχόμενό τους στο αγωγικό δικόγραφο, ως προς τους χρόνους σύναψης και καταβολής, τα επιμέρους χρηματικά ποσά των δανείων που κατέβαλε στον εφεσίβλητο και την προέλευση εκάστου εκ των δανεισθέντων ποσών (από προσωπικά δάνεια που έλαβε η ίδια ως τραπεζική υπάλληλος , προσωπικές της καταθέσεις, και τιμήματα από συμβάσεις πωλήσεως ακινήτων), χωρίς ο δανειολήπτης μέχρι σήμερα και παρά τις υποσχέσεις του για επιστροφή ποσών που του δάνεισε, να της έχει καταβάλει οποιοδήποτε χρηματικό ποσό. Με βάση, το ιστορικό αυτό, ζητούσε να υποχρεωθεί ο αντίδικός της με απόφαση προσωρινά εκτελεστή , να της καταβάλει, το ως άνω ποσό των 146.554,79 €, με το νόμιμο τόκο από την επομένη της παρελεύσεως ενός μηνός, από της κοινοποιήσεως της αγωγής, η οποία επέχει θέση καταγγελίας των αορίστου χρόνου δανειακών συμβάσεων και μέχρις ολοσχερούς εξοφλήσεως.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφασή του , αφού έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, ως στηριζόμενη στις διατάξεις των άρθρων 806 επομ., 807, 341, ΑΚ , 907 και 908 ΚΠολΔ, εν συνεχεία, την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Κατά της απόφασης αυτής άσκησαν η μεν ενάγουσα την υπό κρίση έφεση, παραπονούμενη για την κατ’ ουσίαν απόρριψη της ένδικης αγωγής της, ο δε εναγόμενος την, ως άνω αντέφεση , παραπονούμενος για τη δυσμενή επικουρική αιτιολογία της πρωτοβάθμιας απόφασης, σχετικά με τη συμβολή της ενάγουσας στην αύξηση της περιουσίας του ίδιου, με διάφορα χρηματικά ποσά, που πάντως δεν αποτελούν προϊόντα δανείου. Η αντέφεση, ωστόσο, με το εν λόγω περιεχόμενο , είναι απορριπτέα ως απαράδεκτη, λόγω έλλειψης εννόμου συμφέροντος του εναγομένου (που νίκησε), για την άσκησή της, σύμφωνα με την προηγηθείσα νομική σκέψη. Και τούτο διότι η προαναφερόμενη κρίση που διαλαμβάνεται στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης, αναφέρεται σε ζήτημα που κρίθηκε πλεοναστικώς, προς υποβοήθηση, απλώς της κρίσης του δικαστηρίου επί του δικαιώματος για το οποίο διεξάγεται ο δικαστικός αγώνας και δεν αποτελεί ζήτημα επί του οποίου η κρίση και η απόφανση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου να παρίσταται αναγκαία για τη διάγνωση της ένδικης διαφοράς. Ειδικότερα, η κρίση αυτή θεμελιώνει διαφορετική έννομη συνέπεια από εκείνη που ζητήθηκε και διαγνώστηκε με την απόφαση και, επομένως, δεν δημιουργείται από αυτή δεδικασμένο, παρότι είναι δυσμενής για τον αντεκκαλούντα- εναγόμενο. Τα δικαστικά έξοδα της αντεφεσίβλητης, για τον παρόντα βαθμό δικαιοδοσίας, πρέπει να επιβληθούν σε βάρος του αντεκκαλούντα, εππειδή η αντέφεση απορρίφθηκε (άρθρα 176, 183, και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Αντίθετα, η υπό κρίση έφεση ασκήθηκε νομότυπα στο παρόν Δικαστήριο (άρθρο 19 ΚΠολΔ όπως ισχύει), δεδομένου ότι έχει καταβληθεί και το απαιτούμενο για το παραδεκτό της άσκησής της παράβολο, ύψους 200 €, και εμπρόθεσμα , εντός τρδιάντα ημερών από της επιδόσεως της εκκαλουμένης (άρθρο 518 παρ. 1 ΚΠολΔ, βλ. σχετικά τη με αριθμ. ….. έκθεση επίδοσης του Δικαστικού Επιμελητή …) . Επομένως, η ένδικη έφεση , με την οποία η εκκαλούσα παραπονείται κατά της εκκαλουμένης, ως άνω, απόφασης, για το περιεχόμενο σε αυτήν λόγο, που κατ’ ορθή εκτίμησή του, συνίσταται στην εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ζητεί την εξαφάνισή της, ώστε ακολούθως, να γίνει καθ’ ολοκληρία, δεκτή η αγωγή της, πρέπει να γίνει τυπικώς δεκτή και να ερευνηθεί περαιτέρω, ως προς το παραδεκτό και βάσιμο του λόγου της (άρθρο 533 παρ. 1 ΚΠολΔ). Σημειώνεται δε, ότι εν προκειμένω , είναι απορριπτέος ο ισχυρισμός του εφεσίβλητου περί αοριστίας του λόγου έφεσης, καθόσον , παρότι δεν είναι αναγκαίο, εντούτοις, η εκκαλούσα εξειδικεύει το σφάλμα που αποδίδεται στην απόφαση, ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων. Στο σημείο αυτό πρέπει να σημειωθεί, ότι κατά το άρθρο 520 παρ. 1 ΚΠολΔ, το δικόγραφο της έφεσης πρέπει να περιέχει τα απαιτούμενα κατά τα άρθρα 118 έως 120 του ίδιου Κώδικα, στοιχεία και τους λόγους της έφεσης, ήτοι τις πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης. Αν ελλείπει σαφής και ορισμένος λόγος έφεσης, το δικόγραφο κηρύσσεται άκυρο και η έφεση απορρίπτεται αυτεπαγγέλτως. Συνίστανται δε οι πλημμέλειες της απόφασης και σε νομικά ή πραγματικά σφάλματα του δικαστή. Στα τελευταία ανάγεται και η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, η οποία επαρκώς προσδιορίζεται , όταν αναφέρεται στο δικόγραφο της έφεσης , ότι εξαιτίας αυτής οδηγήθηκε το πρωτοβάθμιο δικαστήριο σε εσφαλμένο πόρισμα και διατακτικό, δίχως να είναι αναγκαία η εξειδίκευση των σφαλμάτων περί την εκτίμηση των αποδείξεων , αφού το εφετείο, λόγω του μεταβιβαστικού αποτελέσματος της έφεσης (άρθρο 522 ΚΠολΔ), επανεκτιμά από την αρχή την ουσία της υπόθεσης και κρίνει την ορθότητα του διατακτικού (βλ. ΑΠ 374/2019 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, όπου και παραπομπές σε ΑΠ 20/2018 και ΑΠ 367/2011, Σ.Σαμουήλ , Η Έφεση, έκδοση ΣΤ’ , σελ. 227, παρ. ιη’).

Περαιτέρω, ο εφεσίβλητος, επαναφέρει προς αντίκρουση της έφεσης, τις εξής, απορριφθείσες, πρωτοδίκως , ως νόμω αβάσιμες ενστάσεις του: Α) την ένστασή του περί αοριστίας της αγωγής, διότι δεν αναφέρονται σε αυτήν πρόσθετα περιστατικά των ληφθέντων εκ μέρους της εκκαλούσας ατομικών δανείων, τα ποσά των οποίων ισχυρίζεται ότι κατέβαλε εν συνεχεία στον ίδιο με τις επίδικες δανειακές συμβάσεις, ήτοι ο τρόπος αποπληρωμής τους από την εκκαλούσα στη δανείστρια τράπεζα και η ύπαρξη εμπράγματης εξασφάλισης για αυτά, και τις επικουρικές ενστάσεις του β) περί παραγραφής των επιμέρους αναφερόμενων ένδικων αξιώσεων, αφού παρήλθε εικοσαετία από της, δήθεν, καταβολής στον ίδιο εκάστου μερικότερου ποσού δανείου και γ)  περί καταχρηστικής άσκησης του αγωγικού δικαιώματος , αφού παρήλθε χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της εικοσαετίας, χωρίς να αναζητηθεί η επιστροφή των ποσών των ένδικων δανείων από την εκκαλούσα, κατά το οποίο του δημιουργήθηκε η βάσιμη πεποίθηση ότι δε θα αναζητηθούν τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά, διότι αποτελούσαν την ελάχιστη συμβολή στις οικογενειακές δαπάνες. Οι ανωτέρω ενστάσεις είναι απορριπτέες ως μη νόμιμες, για τους κάτωθι ειδικότερους λόγους: A) Ως προς την αοριστία της αγωγής από σύμβαση δανείου, καθόσον, κατά τη διάταξη του άρθρου 216 παρ. 1 ΚΠολΔ, η αγωγή πρέπει να περιέχει , πλην άλλων και α) σαφή έκθεση των γεγονότων που τη θεμελιώνουν σύμφωνα με το νόμο και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, β) ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και γ) ορισμένο αίτημα. Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 806 του ΑΚ, με τη σύμβαση δανείου ο ένας από τους συμβαλλόμενους μεταβιβάζει στον άλλο κατά κυριότητα χρήματα ή άλλα αντικαταστατά πράγματα, και αυτός έχει υποχρέωση να αποδώσει άλλα πράγματα  της ίδιας ποσότητας και ποιότητας. Από τη διάταξη αυτή σε συνδυασμό με εκείνη του άρθρου 216 παρ. 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι για να είναι ορισμένη η αγωγή με την οποία επιδιώκεται η απόδοση δανείου που έχει ως αντικείμενο χρήματα, αρκεί η αναφορά ότι μεταβιβάστηκε από το δανειστή προς τον οφειλέτη κατά κυριότητα ορισμένο χρηματικό ποσό λόγω δανείου. Δεν είναι αναγκαίο για το ορισμένο της σχετικής αγωγής να παρατίθενται: 1) ο χρόνος κατάρτισης της σύμβασης δανείου εφόσον δεν εξαρτάται από αυτόν το αγωγικό δικαίωμα, 2) άλλα στοιχεία που αναφέρονται σε περιστάσεις που συνοδεύουν την κατάρτιση της σύμβασης δανείου αλλά δεν αποτελούν αναγκαία στοιχεία αυτής, όπως ο χρόνος παράδοσης (βλ. ΑΠ 889/2010, ΕφΘεσσαλ 2253/2014, ΕφΑθ 5954/2011, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ), ο λόγος για τον οποίο δόθηκε το δάνειο (και ειδικότερα αν ο οφειλέτης είχε οικονομικό πρόβλημα και σε τί συνίστατο το πρόβλημα αυτό) ή ο τρόπος κατά τον οποίο περιήλθε το δανεισθέν χρηματικό ποσό στο δανειστή (βλ. ΕφΠειρ 430/2016, με παραπομπή σε ΑΠ 1510/2011 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ).  Kατά συνέπεια, με βάση τη μείζονα αυτή σκέψη , τα στοιχεία που, κατά τους ισχυρισμούς του εφεσιβλήτου, δεν εμπεριέχονται στο αγωγικό δικόγραφο, δεν είναι αναγκαία για το ορισμένο της προβολής της εκ δανείου αξιώσεως, η δε αγωγή, εφόσον αναφέρονται σε αυτήν, όλα τα, κατά τα άνω, αναγκαία στοιχεία της, είναι πλήρως ορισμένη και σαφής. Β) Ως προς την ένσταση παραγραφής, διότι: Στην περίπτωση της σύμβασης δανείου αορίστου χρόνου, η παραγραφή της οικείας αξιώσεως αρχίζει, όχι από τη σύναψη της σύμβασης ή τη λήψη του δανείου, αλλά από την πάροδο ενός μήνα μετά την καταγγελία του δανειστή ή του οφειλέτη, αφού από τότε γεννιέται η σχετική αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξή της σύμφωνα με τα άρθρα 249, 251 και 807 ΑΚ (βλ. ΑΠ 1058/1982 ΕλΔνη 24. 213, ΕφΑθ 10653/1991 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Κατά συνέπεια, δεν ασκεί έννομη επιρροή για την έναρξη της παραγραφής, ο χρόνος σύναψης της σύμβασης, όπως εσφαλμένως επικαλείται προς συγκρότηση της ενστάσεως ο εφεσίβλητος, αλλά ο χρόνος της καταγγελίας της. Τέλος, Γ) ως προς την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, καθόσον: Κατά τη διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ , η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση δικαιώματος καθιστούν μη ανεκτή την άσκηση του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού αθρώπου (βλ. ΟλΑΠ 8/2001 ΝοΒ 49.1814, ΟλΑΠ 1/1997 ΕλΔνη 38.534, ΟλΑΠ 17/1995. 1531, ΟλΑΠ 62/1990 σε ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ). Επομένως, ο ισχυρισμός του εφεσιβλήτου , έχοντας το, ως άνω, περιεχόμενο είναι απορριπτέος ως μη νόμιμος, διότι μόνη η πάροδος μακρού χρόνου, δίχως την επίκληση και άλλων ειδικών περιστάσεων , που να συνδέονται με την προηγούμενη συμπεριφορά της δικαιούχου – εκκαλούσας, καθώς και η καλόπιστη πεποίθηση  του ιδίου ότι δεν υπάρχει δικαίωμα κατά αυτού ή ότι δεν πρόκειται τούτο να ασκηθεί εναντίον του, δεν αρκούν για να καταστήσουν καταχρηστική την άσκηση του δικαιώματος της εκκαλούσας.

Από την εκτίμηση των ενόρκων καταθέσεων των μαρτύρων, ….. και …… , απόδειξης και ανταπόδειξης αντιστοίχως, που εξετάστηκαν στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου και αμφότερες εμπεριέχονται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης αυτού, οι οποίες παραδεκτά λήφθηκαν παρά την απαγόρευση του άρθρου 393 ΚΠολΔ, καθώς το Δικαστήριο κρίνει ότι στην προκειμένη περίπτωση , που αφορά σε συμβάσεις δανείου μεταξύ συζύγων, υπήρχε ηθική αδυναμία απόκτησης εγγράφου, αφού εμπίπτουν στην εξαίρεση του άρθρου 394 παρ. 1β ΚΠολΔ, από όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν ή προσκομίζουν το πρώτον μετ’ επικλήσεως οι διάδικοι, για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε ως δικαστικά τεκμήρια, ορισμένα από τα οποία μνημονεύονται ειδικώς κατωτέρω, χωρίς ωστόσο να παραληφθεί κάποιο κατά την ουσιαστική εκτίμηση της διαφοράς και μεταξύ των οποίων δεν περιλαμβάνονται [ι) οι από ….. και …. Υπεύθυνες δηλώσεις του ……. και   ……. Αντίστοιχα, οι οποίες δεν αποτελούν επιτρεπτά αποδεικτικά μέσα, αφού δόθηκαν,κατά την κρίση του Δικαστηρίου , ειδικά για να χρησιμοποιηθούν στην παρούσα δίκη (ΟλΑΠ 8/1987) καθώς και η ιι) η με αριθμ…… ένορκη βεβαίωση ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης της ….., που λήφθηκε με επιμέλεια του εφεσιβλήτου , πλην όμως , δεν είναι παραδεκτή, αφού δε γίνεται επίκληση αυτής με τις νομίμως κατατεθείσες ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου έγγραφες προτάσεις του (ΑΠ 692/2017, ΑΠ 315.2015, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ)], από τις με αριθμ….. ένορκες βεβαιώσεις των …… και …….., που νομίμως προσκομίζεει με επίκληση ο εφεσίβλητος, με επιμέλεια του οποίου δόθηκαν ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης , κατόπιν νόμιμης κλήτευσης της εκκαλούσας, με δήλωση της πληρεξουσίας δικηγόρου του εφεσιβλήτου, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η οποία καταχωρίστηκε στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη πρακτικά και είναι παραδεκτές , έστω και αν λήφθηκαν μετά τη συζήτηση της υπόθεσης, εντός της προθεσμίας προσθήκης αντίκρουσης (ανεξάρτητα του αν και με ποιες προϋποθέσεις λαμβάνονται υπόψη από το πρωτόδικο δικαστήριο), δοθέντος ότι επιτρεπτώς, προσκομίζονται στο Εφετείο (βλ. ΑΠ 284/2018, ΤΝΠ ΝΟΜΟΣ, με παραπομπή σε ΑΠ 692/2017 και ΑΠ 1114/2011) και από τη με αριθμ ….. ένορκη βεβαίωση της ….., ενώπιον του Ειρηνοδικείου Θεσσαλονίκης, που νομίμως προσκομίζει και επικαλείται η εκκαλούσα, με επιμέλεια της οποίας έχουν ληφθεί , κατόπιν νόμιμης κλήτευσης του εφεσιβλήτου (με τη με αριθμ…… έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή …….) και από τις ομολογίες των διαδίκων, για τις οποίες θα γίνει μνεία παρακάτω, αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά: Οι διάδικοι, όπως συνομολογείται εκατέρωθεν, τέλεσαν νόμιμο θρησκευτικό γάμο το έτος 1987, ο οποίος λύθηκε τελικώς την …. με αριθμ. .. απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, ενώ από το έτος … τελούν σε διάσταση. Κατά τη διάρκεια της έγγαμης συμβίωσής τους, η οποία για σειρά ετών υπήρξε αγαστή, απέκτησαν κοινά ακίνητα και τηρούσαν ατομικούς όσο και  κοινούς τραπεζικούς λογαριασμούς (στις τράπεζες ……. και ……. Πλέον …) , όπως προκύπτει από τα έγγραφα στοιχεία ου προσκομίζουν αμφότεροι. Το έτος … , ήτοι τρία χρόνια μετά την τέλεση του γάμου τους και ενώ μέχρι τότε ζούσαν σε μισθωμένη οικία, αποφάσισαν να ανεγείρουν σε οικόπεδο που ανήκει στην εξ αδιαιρέτου συγκυριότητα του εφεσίβλητου και των αδελφών του και το οποίο είχαν διανείμει άτυπα οι τελευταίοι, ιδιόκτητη οικία (βλ. τη με αριθμ…. Σχετική άδεια της Πολεοδομίας Θεσσαλονίκης), η οποία αποτέλεσε την οικογενειακή τους στέγη, από το χρόνο της αποπερατώσεώς της, το έτος ….. (βλ. το υπ’ αριθμ …. Γραμμάτιο είσπραξης συμμετοχής στη δαπάνη ηλεκτροδότησης για τη σύνδεσή του με τη ΔΕΗ), μέχρι την επελθούσα διάσταση του έγγαμου βίου τους το έτος ….., ήτοι επί … συναπτά έτη. Το ακίνητο αποτελείται από ισόγειο όροφο ….., υπόγειο όροφο……, και περίφραξη , εν καιρώ δε, κατασκευάστηκαν, επιπλέον αποθήκες ……, ενώ διαμορφώθηκε σταδιακά και ο εξωτερικός χώρος. Κατά την , από ….. εκτίμηση του αρχιτέκτονα μηχανικού ……, η συνολική δαπάνη κατασκευής ανέρχεται στο ύψος των 92.040 €. Αμφότεροι, οι διάδικοι είχαν επαρκή εισοδήματα, καθόσον η μεν εκκαλούσα υπήρξε τραπεζική υπάλληλος, από το έτος ….. μέχρι το έτος ……, κατέχοντας αξιόλογη ακίνητη περιουσία, ο δε εφεσίβλητος ασκούσε εμπορία …. στη Βόρεια Ελλάδα, μέχρι τη συνταξιοδότησή του, το έτος ….., εσοδεύοντας επαρκή εισοδήματα, ενώ ταυτόχρονα, είχε στην κυριότητά του μεγάλη ακίνητη περιουσία, μεταξύ της οποίας και αγροτικές εκτάσεις, που καλλιεργούσε, εισπράττοντας αγροτικές επιδοτήσεις ή μίσθωνε σε τρίτους εσοδεύοντας μισθώματα, επιπλέον δε για μία οκταετία, διετέλεσε και ……….. Η συμβίωση των διαδίκων, υπήρξε για πολλά έτη αρμονική, τούτο δε καταδεικνύεται και από το γεγονός ότι είχαν στην κυριότητά τους κοινά ακίνητα, και διατηρούσαν κοινούς λογαριασμούς, ενώ σε κοινό τους λογαριασμό με αριθμ ………καταβάλλονταν τα μισθώματα που λάμβανε ο εφεσίβλητος από τη μίσθωση ακινήτων αλλά και από τη σύνταξή του. Επίσης, σε ατομικό λογαριασμό της εκκαλούσας που τηρούσε στην ……  καταβάλλονταν μισθώματα του μισθωτή ακινήτου του εφεσίβλητου ….. . Για τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά, ο εφεσίβλητος προσκομίζει έγγραφα παραστατικά των ως άνω τραπεζών, που επιρρωνύονται από την κατάθεση του μάρτυρα ανταποδείξεως. Για την ανέγερση της ανωτέρω οικογενειακής στέγης, οι διάδικοι έλαβαν, όπως συνομολογείται εκατέρωθεν, στεγαστικό δάνειο από την …….., δυνάμει της με αριθμ…… σύμβασης ύψους …… δρχ. και ήδη 23.477, 62 €, στην οποία συμβλήθηκαν αμφότεροι ως συνοφειλέτες. Τα χρήματα του δανείου αναλώθηκαν στην κατασκευή της οικίας τους, ενώ αμφότεροι , συνεισέφεραν στα έξοδα ανέγερσής της, με βάση τις οικονομικές τους δυνατότητες, μέχρι δε την πλήρη αποπεράτωσή της, συνέβαλαν οικονομικά στην αποπληρωμή των σχετικών δαπανών, εισπράττοντας το τίμημα πώλησης ακινήτων της εξ αδιαιρέτου και κατά ποσοστό 50% συνιδιοκτησίας τους. Ειδικότερα, το έτος …. εισέπραξαν από την πώληση ενός αγροτεμαχίου, έκτασης ….., κειμένου στην ……., τίμημα ύψους 16.140,86 €, ενώ το έτος …εισέπραξαν από την πώληση ενός αγροτεμαχίου, έκτασης …… , κειμένου , επίσης ….. στην ….., στη θέση ……, τίμημα ύψους 145.000 €. Επίσης, ο εφεσίβλητος εισέπραξε από την πώληση ακινήτου του (διαμερίσματος) στην περιοχή της …… , τίμημα, που κατά την αναγραφή στο υπ’ αριθμ. …..συμβόλαιο της …….., ανερχόταν σε ….δρχμ. , στην πραγματικότητα, όμως, ήταν πολύ υψηλότερο (περίπου το διπλάσιο) από το εικονικώς αναγραφέν (που συμπίπτει με την αντικειμενική του αξία), γεγονός σύνηθες στη σύνταξη συμβολαίων πώλησης κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, για φορολογικούς κυρίως λόγους. Αποδεικνύεται περαιτέρω, ότι ο εφεσίβλητος συνέβαλε και στην ανέγερση άλλης οικίας στην ….. , της αποκλειστικής κυριότητας της εκκαλούσας, το έτος ….., αφού πέραν της κατάθεσης του μάρτυρα ανταποδείξεως υιού του, περί αυτού βεβαιώνουν και οι ενόρκως βεβαιούντες μάρτυρες ……., ……. και …….., εκ των οποίων, οι δύο τελευταίοι έχουν προσωπική αντίληψη για τις πληρωμές που έλαβαν χώρα από τον εφεσίβλητο, ο οποίος επιμελήθηκε μαζί με την τότε συζύγό του την ανέγερση του ακινήτου, δοθέντος ότι πρόκειται για άτομα που είχαν αναλάβει τις εργασίες ανοικοδόμησης της οικίας. Οι παραπάνω μαρτυρίες αντικρούουν πειστικά τις περί του αντιθέτου καταθέσεις τόσο του μάρτυρα αποδείξεως, ανηψιού της εκκαλούσης, όσο και της ενόρκως βεβαιωσάσης και αδελφής της εκκαλούσης …….., μαζί δε με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα (προσκομιζόμενα έγγραφα εκ μέρους του εφεσίβλητου) άγουν στην κρίση, ότι οι διάδικοι, καθ’ όλη τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους, είχαν τις συνήθεις οικονομικές σχέσεις των ατόμων που βρίσκονται σε αρμονική σύζευξη. Ειδικότερα, οι κοινοί λογαριασμοί και η προαναφερόμενη κίνησή τους (με τοποθετήσεις σε αυτούς αλλά και σε ατομικούς λογαριασμούς της εκκαλούσας, μισθωμάτων και συντάξεων του εφεσίβλητου), τα κοινά ακίνητα των διαδίκων και ο εν γένει τρόπος οικονομικής συμπεριφοράς τους, καταδεικνύουν με βάση τη συνεκτίμηση των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλά και με βάση τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, ότι ουδέποτε είχαν καταρτιστεί οι επικαλούμενες από την εκκαλούσα συμβάσεις δανείου, όπως αβασίμως ισχυρίζεται η ίδια και μη πειστικά καταθέτει ο μάρτυράς της. Ειδικότερα, η εκκαλούσα διατείνεται ότι ο σύζυγός της λάμβανε από αυτήν, καθ’ όλη σχεδόν τη διάρκεια του έγγαμου βίου τους, από το έτος ….και επέκεινα, αλλεπάλληλα δάνεια χωρίς ουσιαστική εξόφλησης της ιδίας, δυνάμει των οποίων κατόρθωσε να ανεγείρει την οικογενειακή τους στέγη. Ισχυρίζεται περαιτέρω, ότι με την υπόσχεση της επιστροφής των δανεισθέντων χρηματικών ποσών, κατόρθωνε κάθε φορά να κάμπτει τους δισταγμούς της και να την πείθει να λαμβάνει δάνεια στο όνομά της, τα ποσά των οποίων του κατέβαλε, όπως και το τίμημα που αντιστοιχούσε στο μερίδιό της, από τα κοινά ακίνητα που πώλησαν. Ωστόσο, δεν επεξηγεί πειστικά ο μάρτυρας αυτής αλλά και η ενόρκως βεβαιώσασα αδερφή της, για ποιο λόγο κατέφυγε σε δανεισμό ο εφεσίβλητος, παρότι διέθετε ακίνητα αξίας, κάποια εκ των οποίων μάλιστα πώλησε στη συνέχεια και για ποιο λόγο η ίδια, έχοντας όπως βασίμως ισχυρίζεται μεγάλη περιουσία, δεν συνεισέφερε στα πλαίσια της έγγαμης συμβίωσής τους τα αντίστοιχα χρηματικά ποσά για την ανέγερση της (κοινής) οικογενειακής στέγης, στην οποία κατοίκησε από το …. έως και τη διάσπαση της έγγαμης συμβίωσης. Το γεγονός ότι αυτή κτίστηκε σε ακίνητο, που δεν ήταν της ιδιοκτησίας της ιδίας αλλά και του συζύγου της (και των αδελφών του) δεν αποτελεί πειστική δικαιολογία για την εδραίωση του ισχυρισμού της, αφού επρόκειτο για την οικογενειακή στέγη του ζεύγους, τα δε χρήματα ισχυρίζεται πως κατέβαλε (ως δάνειο) σε χρόνο, που δεν υπήρχε στον ορίζοντα το ενδεχόμενο διαζύγιο, ενόψει των αρμονικών σχέσεων των διαδίκων. Εξάλλου, εντελώς αντιφατικά ισχυρίζεται ότι για το πρώτο δάνειο, ήτοι για το ποσό των …..δρχμ, που αποτελούσε τις αποταμιεύσεις της στην τράπεζα, ο δε σύζυγός της-εφεσίβλητος της παρέδωσε μια ισόποση επιταγή, λευκή ως προς την ημερομηνία τηςς, ως εξασφάλιση για την επιστροφή των χρημάτων της. Η επιταγή αυτή , που από την ίδια προσκομίζεται, αναγράφει έτερο ποσό και είναι λευκή ως προς τα στοιχεία του λήπτη. Με δεδομένη δε την εμπορική ιδιότητα του εφεσίβλητου και την ύπαρξη μπλοκ επιταγών στο όνομά του, ουδόλως προκύπτει σύνδεσή του , εν λόγω αξιογράφου με τον υποτιθέμενο, ως άνω δανεισμό αυτού. Εξάλλου, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, στην περίπτωση αυτή, οι διάδικοι θα είχαν εντελώς διαφορετικές οικονομικές σχέσεις κατά τη διάρκεια του γάμου τους σε σχέση με τις προπεριγραφόμενες (κοινοί τραπεζικοί λογαριασμοί, ατομικοί λογαριασμοί στους οποίους γινόταν τοποθετήσεις από εισοδήματα του ετέρου συζύγου, κοινά ακίνητα), ενώ περαιτέρω, η εκκαλούσα θα είχε οπωσδήποτε φροντίσει να εξασφαλιστεί και για τα υπόλοιπα ποσά που ισχυρίζεται πως δάνεισε στον αντίδικό της, όπως για το δε πρώτο , ιδίως εφόσον αντιλαμβανόταν, προϊόντος του χρόνου, ότι ο εφεσίβλητος κατέφευγε μονίμως σε δανεισμό, με υποσχέσεις επιστροφής χρημάτων , που ουδέποτε τηρούσε. Είναι προφανές ότι η στάση που ισχυρίζεται η εκκαλούσα πως τήρησε, αντικρούεται από τους κανόνες κοινής λογικής, αφού ο μέσος εχέφρων άνθρωπος θα έπραττε ακριβώς το αντίθετο, ήτοι θα επεδείκνυε καλοπιστία κατά την καταβολή του πρώτου δανείου προς το σύζυγο, και καχυποψία στη συνέχεια, δεδομένης  της επί …. Αδιαφορίας του λήπτη των δανείων να επιστρέψει τα ποσά , παρά τις επανειλημμένες υποσχέσεις του. Επομένως, θα ήταν λογικό, στο πρώτο δάνειο να μην είχε ζητήσει καμία εξασφάλιση, την οποία ωστόσο θα επιδίωκε να έχει στα επόμενα, εφόσον διαπίστωνε κακοπιστία από την άλλη πλευρά. Υπό τις συνθήκες δε αυτές, η κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως δεν κρίνεται πειστική, ιδίως ενόψει του ότι η εκκαλούσα είναι μία δυναμική γυναίκα, η οποία διετέλεσε και προϊσταμένη τράπεζας και γνώριζε πολύ καλά τις οικονομικές συναλλαγές , αφού επένδυε τα κεφάλαιά της και σε μετοχές. Ως εκ τούτου, δεν είναι πειστικός ο προαναφερόμενος ισχυρισμός της, ότι την έπειθε ο σύζυγός της με επανειλημμένες υποσχέσεις περί επιστροφής των δανείων, να του δανείζει συνεχώς χρηματικά ποσά, ιδίως ενόψει του ετέρου ισχυρισμού της περί εξασφάλισής της ως προς το πρώτο δάνειο. Πράγματι αποδεικνύεται ότι η εκκαλούσα έλαβε από την τράπεζα που εργαζόταν (….) αρκετά δάνεια, με εγγύηση του συζύγου της, απορριπτομένου του ισχυρισμού  του τελευταίου ότι αγνοούσε τη σύναψη οικείων συμβάσεων δανείου, και δη το ποσό των …….., το Μαϊο του …., το ποσό των ……, τον Οκτώβριο του …….,το ποσό των ……. Παράλληλα έλαβε από την ίδια τράπεζα λόγω της υπαλληλικής της ιδιότητάς της ατομικά δάνεια και συγκεκριμένα τον …….. του ….. ατομικό δάνειο προσωπικού ύψους …….. δρχμ. (2.347,76 €), τον …… του …… ατομικό δάνειο προσωπικού ύψους …. δρχμ. (1.773,88 €), τον Ιούνιο του …….ατομικό δάνειο προσωπικού ύψους …….δρχμ.(2.963,58 €) και τον ……του…… , ατομικό δάνειο ύψους 3.000 € (βλ. τις με αριθμ. …….συμβάσεις δανείου με την ….. και….. Τράπεζα και αντίγραφο καρτέλας εκκαλούσας στην ανωτέρω Τράπεζα, που αυτή προσκομίζει με επίκληση), Ανεξαρτήτως δε του τρόπου που χρησιμοποιήθηκαν τα εκταμιευμένα ποσά των δανείων από την εκκαλούσα, ήτοι εάν , ορισμένα από αυτά τα εισέφερε για τις ανάγκες του έγγαμου βίου της, αλλά επένδυσε σε μετοχές και με άλλα συνέβαλε στις ανάγκες της πατρικής της οικογένειας (αφού αμφότεροι οι σύζυγοι προκύπτει ότι βοηθούσαν οικονομικά τους συγγενείς τους, γεγονός που πιθανόν να πυροδότησε και τις μεταξύ τους διαφωνίες και τελικώς να συνετέλεσε στη διάσπαση του έγγαμου βίου τους), πάντως με βάση τα άνω αποδειχθέντα, ουδόλως προκύπτει και δη με βεβαιότητα, ότι αυτά (τα δάνεια εκκαλούσης), στη συνέχεια καταβλήθηκαν στον εφεσίβλητο και δη με τη μορφή διαδοχικών δανείων(όπως και το ποσό που έλαβε η εκκαλούσα με το στεγαστικό δάνειο, στο οποίο ήταν αμφότεροι συνοφειλέτες, τα τιμήματα των πωλήσεων των κοινών ως άνω ακινήτων τους, καθώς και το σύνολο των αποταμιεύσεων της εκκαλούσης στην τράπεζα το έτος ….). Αντιθέτως προέκυψε, ότι αμφότεροι οι διάδικοι συνεισέφεραν στις κοινές ανάγκες του έγγαμου βίου τους, καθ’ όλη τη διάρκεια αυτού, με βάση τις οικονομικές τους δυνατότητες και με σκοπό την κοινή ευμάρεια και τη βελτίωση της ποιότητας της ζωής τους. Μετά ταύτα και εφόσον οι ένδικες αξιώσεις της εκκαλούσης από τις επικαλούμενες συμβάσεις δανείου με δανειολήπτη τον εφεσίβλητο, δεν αποδεικνύονται και κρίνονται ως αβάσιμες κατ’ ουσία, παρέλκει δε η εξέταση της νόμιμης ένστασης συμψηφισμού (άρθρο 440 ΑΚ) που είχε προβάλει στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ο εφεσίβλητος , και την οποία επαναφέρει στο παρόν δικαστήριο, με τις προτάσεις του, με την οποία προτείνει σε συμψηφισμό ανταπαίτησή του κατά της αντιδίκου του, ύψους 130.000 €, που διατηρεί από την ανάλωση του αντίστοιχου ποσού για την ανέγερση της οικίας της εκκαλούσης. Συνακόλουθα, το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που κατέληξε στην ίδια κρίση, έστω και με πιο συνοπτική και, εν μέρει, διάφορη αιτιολογία, η οποία αντικαθίσταται, παραδεκτώς, από την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ), σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και σε ορθό συμπέρασμα κατέληξε, απορρίπτοντας την ένδικη αγωγή κατ’ ουσία, και ως εκ τούτου, ο μοναδικός λόγος της κρινόμενης έφεσης , που ανάγεται σε εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων, ελέγχεται ως ουσία αβάσιμος. Ενόψει όλων των ανωτέρω και δεδομένου ότι δεν υπάρχει άλλος λόγος έφεσης προς έρευνα, πρέπει η έφεση να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Τα δικαστικά έξοδα του εφεσιβλήτου, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας , βαρύνουν την εκκαλούσα, που ηττήθηκε στη δίκη αυτή και, κατόπιν του σχετικού αιτήματός του, θα επιβληθούν σε βάρος της (άρθρα 176,183, 189 παρ. 1, και 190 παρ. 3 ΚΠολΔ).

(……)

Δέχεται την έφεση κατά το τυπικό της μέρος και απορρίπτει αυτή κατ’ουσίαν.

Καταδικάζει την εκκαλούσα στην καταβολή των δικαστικών εξόδων του εφεσιβλήτου, του παρόντος βαθμού δικαιοδοσίας, τα οποία καθορίζει στο συνολικό ποσό των 600 εξακοσίων ευρώ.”