Κύρια Παρέμβαση στην Εκούσια Δικαιοδοσία

Σύμφωνα με το άρθρο 752 ΚΠολΔ δίνεται αδιαμφισβήτητα από το νομοθέτη η δυνατότητα ασκήσεως παρεμβάσεως ενώπιον διανοιχθείσας δίκης εκούσιας δικαιοδοσίας. Σύμφωνα με το άρθρο 79 ΚΠολΔ, που αποτελεί τη γενική διάταξη περί κυρίας παρεμβάσεως, η οποία εφαρμόζεται και κατά τη διαδικασία των άρθρων 739 επ.,  έπειτα από την τροποποίηση που επιδέχθηκε με το Ν. 4335/2015 περιορίστηκε η δυνατότητα της ασκήσεως κύριας παρεμβάσεως. Με τη νέα παράγραφο 1 του άρθρου 79 περιορίζεται η δικονοµική δυνατότητα άσκησης κυρίας παρέµβασης µόνο στον πρώτο βαθµό. Με την παλαιότερη  ρύθµιση που επέτρεπε την κύρια παρέµβαση σε κάθε στάση της πρωτοβάθµιας ή δευτεροβάθµιας διαδικασίας, είναι συχνός ο αιφνιδιασµός των αρχικών διαδίκων όταν η αντιποίηση του επίδικου πράγµατος ή δικαιώµατος γίνεται από τρίτον απευθείας στο δεύτερο βαθµό και ως εκ τούτου η δικονοµική στάση των αρχικών διαδίκων και τα µέσα επίθεσης και άµυνας αυτών κατά κανόνα είναι ήδη γνωστά. Με την ΝΕΑ ρύθµιση αποτρέπεται το φαινόµενο αυτό (βλ. Αιτιολογική Έκθεση στο Σχέδιο Νόμου του 4335/2015 – Γ’ Ειδικό Μέρος –κατ’ άρθρο ανάλυση, Ι. Βιβλίο Πρώτο – Γενικές Διατάξεις, παράγραφος 5). 

Στόχος της διατάξεως αυτής ήταν να αποτραπεί η ελαστικότητα που διήπε την άσκηση κύριας παρεμβάσεως με το παλαιότερο νομοθετικό καθεστώς, που έδινε τη δυνατότητα ασκήσεως αυτής σε κάθε στάση της πρωτοβάθμιας και δευτεροβάθμιας δίκης. Επομένως, εφόσον η δίκη έχει περατωθεί με την έκδοση δικαστικής αποφάσεως σε οριστικό βαθμό, σύμφωνα με το άρθρο 308 ΚΠολΔ, δεν μπορεί ο τρίτος να ασκήσει κύρια παρέμβαση. Μόνο στο πλαίσιο της τριτανακοπής θα μπορούσε να διεκδικήσει τα συμφέροντά του.

Αντικείμενο της κύριας παρεμβάσεως είναι η αντιποίηση εν όλω ή εν μέρει του επίδικου δικαιώματος. Ως κύρια παρέμβαση στην εκούσια δικαιοδοσία νοείται πως το αίτημα συνίσταται αφενός μεν στην απόρριψη του αιτήματος του αρχικώς αιτούντα (ΕφΠειρ 116/2005, Αρμ 59 (2005) με σημ. Π.Σ.Α.) και αφετέρου να γίνει δεκτό το δικό του, ώστε να διαταχθεί το ρυθμιστικό μέτρο που είχε ζητηθεί αρχικά υπέρ του κυρίως παρεμβαίνοντα και εναντίον των συμφερόντων του αρχικώς αιτούντα (ΜπρΘηβ 8/2009 Δ 40 (2009), 1029 με παρατ. Κ. Μπέη) [ Χ. Απαλλαγάκη, Κώδικας Πολιτικής Δικονομίας, 2017, σελ. 1520 -1521].

Φυσικά, πρέπει να συντρέχει η απαραίτητη διαδικαστική προϋπόθεση του άρθρου 68 ΚΠολΔ και ο παρεμβαίνων να δικαιολογεί άμεσο, ατομικό, έννομο συμφέρον, το οποίο να απειλείται και να διακινδυνεύεται από την επίδικη δίκη. Μόνη αντίκρουση του εκκρεμούς αρχικού αιτήματος, δίχως αντιποίηση του αντικειμένου της δίκης δεν μπορεί να χαρακτηριστεί κύρια παρέμβαση (ΜΠρΘεσ 5384/2013 Αρμ 2013, ΜΠρΘεσ 26836/2008 ΝΟΜΟΣ).

ΜΠρΚορινθ 301/2010 ΝΟΜΟΣ: «(…) Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 79, 80, 747 και 752 ΚΠολΔ συνάγεται ότι και κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας είναι δυνατή η άσκηση κύριας ή πρόσθετης παρέμβασης εφόσον βέβαια συντρέχει η κατά το άρθρο 68 του ίδιου κώδικα διαδικαστική προϋπόθεση της ύπαρξης εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος. Ειδικότερα, ενώ στη δίκη της αμφισβητούμενης δικαιοδοσίας το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος αναφέρεται στη θετική ή αρνητική διάγνωση του επίδικου δικαιώματος, στις περιπτώσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το έννομο συμφέρον του παρεμβαίνοντος συνιστάται στην παραδοχή ή απόρριψη της αίτησης αναφορικά με το ζητούμενο ρυθμιστικό μέτρο (…)».