Στοιχεία της απλής μορφής του εγκλήματος των βασανιστηρίων

Άρθρο 137Α :

Βασανιστήρια και άλλες προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας 1. Υπάλληλος ή στρατιωτικός, στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η δίωξη ή η ανάκριση ή η εξέταση αξιόποινων πράξεων ή πειθαρχικών παραπτωμάτων ή η εκτέλεση ποινών ή η φύλαξη ή η επιμέλεια κρατουμένων, τιμωρείται με κάθειρξη, εάν υποβάλλει σε βασανιστήρια κατά την εκτέλεση αυτών των καθηκόντων πρόσωπο που βρίσκεται στην εξουσία του με σκοπό: α) να αποσπάσει από αυτό ή από τρίτο πρόσωπο ομολογία, κατάθεση, πληροφορία ή δήλωση ιδίως αποκήρυξης ή αποδοχής πολιτικής ή άλλης ιδεολογίας β) να το τιμωρήσει, γ) να εκφοβίσει αυτό ή τρίτα πρόσωπα. 10 Με την ίδια ποινή τιμωρείται υπάλληλος ή στρατιωτικός, που με εντολή των προϊσταμένων του ή αυτοβούλως σφετερίζεται τέτοια καθήκοντα και τελεί τις πράξεις του προηγούμενου εδαφίου. 2. Βασανιστήρια συνιστούν, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, κάθε μεθοδευμένη πρόκληση έντονου σωματικού πόνου ή σωματικής εξάντλησης επικίνδυνης για την υγεία ή ψυχικού πόνου ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη, καθώς και κάθε παράνομη χρησιμοποίηση χημικών, ναρκωτικών ή άλλων φυσικών ή τεχνικών μέσων με σκοπό να κάμψουν τη βούληση του θύματος. 3. Σωματική κάκωση, βλάβη της υγείας, άσκηση παράνομης σωματικής ή ψυχολογικής βίας και κάθε άλλη σοβαρή προσβολή της ανθρώπινης αξιοπρέπειας, που τελείται από τα πρόσωπα, υπό τις περιστάσεις και για τους σκοπούς που προβλέπει η παρ.1, εφόσον δεν υπάγεται στην έννοια της παρ. 2, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον 3 ετών, αν δεν τιμωρείται βαρύτερα με άλλη διάταξη. Ως προσβολές της ανθρώπινης αξιοπρέπειας θεωρούνται ιδίως: α) η χρησιμοποίηση ανιχνευτή αλήθειας, β) η παρατεταμένη απομόνωση, γ) η σοβαρή προσβολή της γενετήσιας αξιοπρέπειας. 4. Δεν υπάγονται στην έννοια του άρθρου αυτού πράξεις ή συνέπειες συμφυείς προς τη νόμιμη εκτέλεση ποινής ή άλλου νόμιμου περιορισμού της ελευθερίας ή προς άλλο νόμιμο μέτρο δικονομικού καταναγκασμού.

Σχετικά με το προστατευόμενο έννομο αγαθό της ανωτέρω διάταξης έχουν διαμορφωθεί ποικίλες απόψεις τόσο στη θεωρία όσο και στην νομολογία έχοντας δημιουργήσει έντονη διχογνωμία. Κρατούσα για τους περισσότερους θεωρητικούς είναι η άποψη που υποστηρίζει ότι με την αξιόποινη πράξη του 137Α ΠΚ θίγονται τα θεμελιώδη ατομικά αγαθά της ζωής, της σωματικής ακεραιότητας, της τιμής και της ελευθερίας. Ωστόσο, παράλληλα με αυτά προστατεύεται και μάλιστα ρητώς (αρ.137Α παρ.3 ΠΚ) η ανθρώπινη αξιοπρέπεια.  Εξάλλου το έννομο αγαθό της ελευθερίας και της αυτοδιάθεσης είναι συνυφασμένο με την έννοια της Δημοκρατίας επομένως κάθε προσβολή συνταγματικών ατομικών δικαιωμάτων συμπροσβάλλει την αξιοπρέπεια του άρθρου 2 του Συντάγματος ως πυρήνα του ατόμου. Συμπερασματικά, δεν προσβάλλονται μόνο τα ατομικά έννομα αγαθά αλλά και η ίδια η υπόσταση της Πολιτείας, που δεν πρέπει να συγχωρεί συμπεριφορές που εκμηδενίζουν την ανθρώπινη αξία.

Ως δράστης του 137Α ΠΚ ορίζεται «Υπάλληλος ή στρατιωτικός, στα καθήκοντα του οποίου ανάγεται η δίωξη ή η ανάκριση ή η εξέταση αξιόποινων πράξεων ή πειθαρχικών παραπτωμάτων ή η εκτέλεση ποινών ή η φύλαξη ή η επιμέλεια κρατουμένων». Επιπροσθέτως, στο αρ.13 στοιχ. Α’ ΠΚ διατυπώνεται ο ορισμός του υπαλλήλου ως εξής: «Υπάλληλος είναι εκείνος, στον οποίο έχει ανατεθεί νόμιμα, έστω και προσωρινά η άσκηση δημόσιας ή δημοτικής ή κοινοτικής ή υπηρεσίας άλλου ΝΠΔΔ». Πιο επεξηγηματικά, η εν λόγω αξιόποινη ενέργεια των βασανιστηρίων μπορεί να τελεστεί από υπαλλήλους όπως οι Εισαγγελείς, οι Ανακριτές ή οι γενικοί και ειδικοί ανακριτικοί υπάλληλοι . Οι γενικοί ανακριτικοί υπάλληλοι σύμφωνα με το άρθρο 33 ΚΠΔ είναι: α)οι πταισματοδίκες και οι ειρηνοδίκες β) οι βαθμοφόροι της χωροφυλακής που έχουν βαθμό τουλάχιστον υπερνομοτάρχη γ) οι αστυνομικοί υπάλληλοι που έχουν βαθμό τουλάχιστον υπαρχιφύλακα.

Ως παθών κρίνεται το πρόσωπο που βρίσκεται υπό την εξουσία του δράστη στα πλαίσια των οριζόμενων καθηκόντων του τελευταίου (π.χ ανακρινόμενος, κρατούμενος κλπ). Επακόλουθο της παγιωμένης στην πράξη σχέσης εξουσίασης του υπαλλήλου προς τον παθόντα είναι η κάμψη του δικαιώματος αυτοδιάθεσης του θύματος και κατά συνέπεια η αναπόφευκτη χειραγώγησή του. Η ακριβής έννοια των βασανιστηρίων ορίζεται στο άρθρο 137Α παρ.2 ΠΚ.  Βασανιστήρια συνιστούν, σύμφωνα με την προηγούμενη παράγραφο, κάθε μεθοδευμένη πρόκληση έντονου σωματικού πόνου ή σωματικής εξάντλησης επικίνδυνης για την υγεία ή ψυχικού πόνου ικανού να επιφέρει σοβαρή ψυχική βλάβη, καθώς και κάθε παράνομη χρησιμοποίηση χημικών, ναρκωτικών ή άλλων φυσικών ή τεχνικών μέσων με σκοπό να κάμψουν τη βούληση του θύματος.

Το έγκλημα των βασανιστηρίων, ως υπαλλακτικώς μικτό, μπορεί να τελεστεί με περισσότερους του ενός τρόπους. Στην έννοια του βασανιστηρίου περιλαμβάνονται τόσο η επιβολή σωματικού όσο και ψυχικού πόνου. Συνοπτικά, θα μπορούσε να ισχυριστεί κανείς ότι ως πόνος νοείται κάθε σφοδρό και δυσάρεστο συναίσθημα με ισχυρή επίδραση στις αισθήσεις του ανθρώπου. Συγκεκριμένα, δεν τυποποιείται ψυχικός πόνος του 137Α ΠΚ για οποιοδήποτε δυσάρεστο συναίσθημα αλλά για κάθε ψυχικό πόνο, δυνάμενο να προκαλέσει μείωση της ψυχικής ενεργητικότητας. Προϋποτίθεται ο πόνος να είναι ικανός για πρόκληση αλλοίωσης στην ψυχική προσωπικότητα του εκάστοτε υλικού αντικειμένου του 137Α ΠΚ. Απαιτείται επομένως, βάσει της συνήθους πορείας των πραγμάτων και ενόψει των συγκεκριμένων συνθηκών να μπορεί να δημιουργηθεί κίνδυνος, δηλαδή μία μεταβολή στον εξωτερικό κόσμο , από τον οποίο θα πραγματωθούν οι αιτιακοί όροι για πρόκληση ψυχικής βλάβης. Συνήθεις τρόποι πρόκλησης τέτοιου ψυχικού πόνου είναι π.χ. η έντονη και κλιμακούμενη φραστική επίθεση προς το θύμα, η χρήση απειλών και υβριστικών φράσεων κλπ.

Βαρύνουσας σημασίας στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης, που γίνεται πλειοψηφικά δεκτό τόσο στη θεωρία όσο και στη νομολογία, αποτελεί η μεθοδικότητα στην τέλεση βασανιστηρίων. Η μεθοδευμένη πρόκληση είτε σωματικού είτε ψυχικού πόνου δεν απαιτεί σε καμία περίπτωση μακρά προετοιμασία, ούτε χρήση ορισμένης μεθόδου. Η μεθοδικότητα προϋποθέτει επανάληψη και διάρκεια, χωρίς να αρκεί επομένως μόνο η πρόκληση στιγμιαίου πόνου.

Φυσικά για την ορισθείσα στο άρθρο 137Α ΠΚ αξιόποινη πράξη απαιτείται άμεσος δόλος (27παρ.1 ΠΚ). Συγκεκριμένα, όλα τα παραπάνω στοιχεία πρέπει να επικαλύπτονται με δόλο α’ βαθμού, δηλαδή ο δράστης της πράξης αυτής να γνωρίζει και να επιδιώκει την τέλεσή τους.  Προκειμένου να κριθεί αξιόποινη μία συμπεριφορά που συγκεντρώνει τα παραπάνω στοιχεία, χρειάζεται ακόμη να έχει ως σκοπό την απόσπαση ομολογίας, κατάθεσης , πληροφορίας ή οποιασδήποτε δήλωσης, ιδίως αποκήρυξης ή αποδοχής πολιτικής ή άλλης ιδεολογίας (137Α παρ.1 ΠΚ). Όπως μπορεί να γίνει αντιληπτό, ο παραπάνω σκοπός επιδιώκεται αποκλειστικά στα πλαίσια του ανακριτικού έργου, όπου τις περισσότερες φορές τα αστυνομικά όργανα αυθαιρετούν, παραμερίζοντας τις νομικά κατοχυρωμένες διατάξεις και λειτουργούν υπακούοντας σε ‘άγραφους’ νόμους, έχοντας ως πρόσχημα το ανακριτικό έργο. Πιο αναλυτικά, επιλύουν λανθασμένα το ηθικό-κοινωνικό δίλημμα ανάμεσα στην ανεύρεση της αλήθειας από τη μία και της απόλυτης προστασίας της ανθρώπινης αξίας και αξιοπρέπειας από την άλλη. Το συγκεκριμένο δίλημμα θα πρέπει να αντιμετωπιστεί , με γνώμονα το γεγονός ότι η ανθρώπινη αξία και αξιοπρέπεια είναι απόλυτο αγαθό, το οποίο προστατεύεται κατά απόλυτο τρόπο και δεν μπορεί να συγκριθεί με οποιοδήποτε άλλο έννομο αγαθό. Συμπερασματικά, δεν έχει σημασία αν το βασανιστήριο επιβάλλεται ως ανακριτικό, εκφοβιστικό μέσο, ως ποινή ή αυτοσκοπός. Είναι αδιάφορο για το χαρακτηρισμό μιας ενέργειας ως βασανιστηρίου, το γεγονός ότι επιδιώκει νόμιμο σκοπό, όπως π.χ. η εξακρίβωση της αλήθειας.