Thess Lawyer

Απόφαση Μέλλιου κατά Ελλάδος – Καταδίκη για παραβίαση του άρθρου 3 ΕΣΔΑ – Εξευτελιστική και απάνθρωπη μεταχείριση- Καθεστώς σωματικών ερευνών

Εκδόθηκε στις 22/09/2026 η απόφαση Μέλλιου κατά Ελλάδος από το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (Τρίτο Τμήμα), η οποία οδήγησε τη χώρα μας σε καταδίκη της σε πληρωμή ποσού 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης έναντι της προσφεύγουσας, η οποία κρίθηκε οτι υπέστη απάνθρωπη μεταχείριση κατά τη διενέργεια σωματικής έρευνας στην οποία υπεβλήθη όταν οδηγήθηκε το 2013 στην Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών για εξακρίβωση στοιχείων, χωρίς να τελεί σε οποιοδήποτε καθεστώς σύλληψης.

Τα πραγματικά περιστατικά : Η προσφεύγουσα, ούσα φωτορεπόρτερ στις 27.01.2013 κατέγραψε τους αριθμούς κυκλοφορίας μηχανών της Ελληνικής Αστυνομίας (Ομάδα Δέλτα) σε ένα χαρτάκι. Το αυτό έγινε αντιληπτό από τα αστυνομικά όργανα, οπότε και την πλησίασαν και της ζήτησαν την ταυτότητά της. Η ίδια ζήτησε τα δικά τους στοιχεία και στη συνέχεια οδηγήθηκε με περιπολικό στην Αστυνομική Διεύθυνση Αθηνών για εξακρίβωση στοιχείων. Στην Αστυνομική Διεύθυνση της αφαιρέθηκε το κινητό της, και δεν της δόθηκε πρόσβαση στη συνήγορό της. Στη συνέχεια οδηγήθηκε σε ειδικό δωμάτιο όπου κατ εντολή του αξιωματικού υπηρεσίας υποβλήθηκε σε πλήρη σωματικό έλεγχο από γυναίκα αστυνομικό και στη συνέχεια της επιτράπηκε να αποχωρήσει. Η προσφεύγουσα άσκησε μήνυση κατά των εις βάρος της πράξεων, και η δε αστυνομικός που διενήργησε τον έλεγχο αθωώθηκε, ο δε αξιωματικός υπηρεσίας και ο Διευθυντής της ασφάλειας καταδικάστηκαν σε ποινή φυλάκισης 3 ετών με αναστολή, κρίνοντας πως ο αποκλειστικός λόγος για τον οποίο έγινε στην οικεία περίπτωση η σωματική έρευνα αφορούσε λόγους τρομοκράτησής της και δεν αποτελούσε αναγκαίο μέτρο, αλλά περιττό. Το Εφετείο Πλημμελημάτων Αθηνών όμως θεώρησε πως η προσφεύγουσα ήταν ύποπτη συμμετοχής σε τρομοκρατική πράξη και εξ αυτού του λόγου η πλήρης σωματική έρευνα ήταν αναγκαίο μέτρο.

Οι αιτιάσεις του Ευρωπαϊκού Δικαστηρίου των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου επί της υπόθεσης: Το Δικαστήριο αρχικά ξεκινά την ανάλυση των σκέψεων της απόφασης, με την παραδοχή πως όποιο άτομο υποβάλλεται σε σωματική έρευνα βιώνει έναν υπέρμετρο περιορισμό στην ιδιωτική του ζωή και στην αξιοπρέπειά του, ιδίως όταν αυτή συνεπάγεται την αφαίρεση ενδυμάτων του ενώπιον άλλων προσώπων και ακόμη περισσότερο όταν καλείται να λάβει εξευτελιστικές στάσεις. Σημασία έχει κατά περίπτωση και ο σκοπός για τον οποίο διενεργείται μία τέτοιου είδους έρευνα, καθώς αν πιθανολογείται πως λαμβάνει χώρα για να εξευτελιστεί ή να τρομοκρατηθεί ο ερευνώμενος, αυτονόητα καταφάσκεται πως απουσιάζει κάθε νόμιμος λόγος για τη διεξαγωγή της. Η κακομεταχείριση κρίνεται ανάλογα με τις περιστάσεις, της διάρκεια της μεταχείρισης, τις σωματικές ή ψυχικές επιπτώσεις που υπέφεραν στο άτομο που υπέστη την έρευνα, του φύλου, της ηλικίας αλλά και της κατάστασης υγείας του. Σημαντικό είναι να καθορίζεται αν ο πόνος και η ταπείνωση που βίωσε το θύμα υπερβαίνουν το αναπόφευκτο στοιχείο που συνδέεται με τη συγκεκριμένη μορφή έρευνας.

Στη συνέχεια, το Δικαστήριο τονίζει πως τέτοιου τύπου σωματικές έρευνες σε πολλές περιπτώσεις είναι χρήσιμες και αναγκαίες για την ασφάλεια στις φυλακές ή για την πρόληψη διαταραχών αλλά και εγκλημάτων, ωστόσο  πρέπει να διεξάγονται υπό τη σκέπη συγκεκριμένων περιορισμών, και ειδικότερα να γίνονται με τον κατάλληλο τρόπο, με σεβασμό στην ανθρώπινη αξιοπρέπεια και ο σκοπός που επιδιώκεται με αυτές να είναι νόμιμος. Στις περιπτώσεις που κατά τη διενέργεια της έρευνας εμφιλοχωρούν εξευτελιστικά στοιχεία, θεωρείται πως υπάρχει παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ. Σε άλλες περιπτώσεις , οι οποίες μνημονεύονται στη δικαστική απόφαση, έχει κριθεί πως τέτοιου είδους εξευτελιστικά στοιχεία είναι η παρουσία έτερων δεσμοφυλάκων κατά τη διενέργεια της έρευνας που εξυβρίζουν το θύμα ή όταν άνδρας κρατούμενος υποχρεώθηκε να γδυθεί ενώπιον γυναίκας αστυνομικού ή όταν το φαγητό του αλλά και το σώμα του αγγίχθηκαν με γυμνά χέρια.

Το αξιοσημείωτο στην εν λόγω απόφαση είναι πως όλες οι νομολογιακές παραπομές σε τέτοιου είδους έρευνες, στις οποίες είχαν εμφιλοχωρήσει εξευτελιστικές  περιστάσεις, αφορούσαν ως επί το πλείστον, άτομα υπό συνθήκες κράτησης, ενώ στην παρούσα περίπτωση η προσφεύγουσα ούτε είχε συλληφθεί ούτε είχε τεθεί επισήμως σε κράτηση, απλά οδηγήθηκε στην Αστυνομική Διεύθυνση προς εξακρίβωση στοιχείων. Προς τούτο μάλιστα όπως κρίνει το Δικαστήριο πρέπει να γίνει αυστηρότερη εφαρμογή των ανωτέρω αναφερόμενων κριτηρίων για το αναγκαίο ή μη μίας τέτοιας πλήρους σωματικής έρευνας. Στη κρίση 33 το Δικαστήριο υπενθυμίζει ότι κάθε χρήση βίας κατά προσώπου από όργανα επιβολής του νόμου, η οποία δεν έχει καταστεί απολύτως αναγκαία λόγω της συμπεριφοράς του ίδιου του προσώπου, μειώνει την ανθρώπινη αξιοπρέπεια.

Από την κρίση της απόφασης προέκυψε πως τα αστυνομικά όργανα δεν εξέτασαν πριν φτάσουν στο μέγιστο τη δυνατότητα εφαρμογής λιγότερων παρεμβατικών μέτρων, καθότι δεν είχε χρησιμοποιηθεί κατάλληλος εξοπλισμός (σαρωτής ασφαλείας) για να ελεγχθεί αν η προσφεύγουσα είχε πάνω της αιχμηρά αντικείμενα ή ουσίες. Καταληκτικά το Δικαστήριο δεν πείστηκε ότι αποδείχθηκε σύνδεση μεταξύ της υποβολής της προσφεύγουσας σε πλήρη σωματική έρευνα και της πρόληψης εγκλήματος ή διατάραξης της τάξης. Ακριβώς αυτή η απουσία σύνδεσης της έρευνας με τον επιδιωκόμενο σκοπό άγει στο συμπέρασμα πως έχει εμφιλοχωρήσει παραβίαση του άρθρου 3 της ΕΣΔΑ και πως η προσφεύγουσα υποβλήθηκε σε εξευτελιστική και απάνθρωπη μεταχείριση, σε συνδυασμό και με το καθεστώς απομόνωσης που της δημιουργήθηκε με το να της πάρουν το κινητό και να της απαγορεύσουν την επικοινωνία με τη δικηγόρο της, με την οποία επικοινώνησε αφού της επετράπη να αποχωρήσει. Μάλιστα αυτό το αίσθημα απομόνωσης επαυξάνει τα αισθήματα ταπείνωσης, φόβου και αγωνίας που βίωσε το θύμα.

Τι λέει όμως το άρθρο 3 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης του Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΣΔΑ) ?

Σύμφωνα με το άρθρο 3 της ΕΣΔΑ ” Ουδείς επιτρέπεται να υποβληθή εις βασάνους ούτε εις ποινάς ή μεταχείρισιν απανθρώπους ή εξευτελιστικάς”. Η Ελλάδα είναι συμβαλλόμενο μέρος της ΕΣΔΑ και σύμφωνα με το άρθρο 28 του Συντάγματος οι διεθνείς συμβάσεις, από την επικύρωσή τους με νόμο και τη θέση τους σε ισχύ σύμφωνα με τους όρους καθεμιάς, αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του εσωτερικού ελληνικού δικαίου και υπερισχύουν από κάθε άλλη αντίθετη διάταξη νόμου. Στην εγχώρια έννομη τάξη υπάρχει πέραν της ΕΣΔΑ, σωρεία διατάξεων που απαγορεύουν την υποβολή κάποιου σε βασανιστήρια και το σεβασμό της ανθρώπινης αξιοπρέπειας εν γένει αλλά και κατά τη διάρκεια ερευνών που από τη φύση τους αποτελούν περιοριστικά μέτρα κατά της ιδιωτικής ζωής και της ελευθερίας, και διατάσσονται μόνο όταν είναι αναγκαία, απαραίτητα και προωθούν τον επιδιωκόμενο σκοπό (άρθρο 25 Συντάγματος).

Καταληκτικά, το Δικαστήριο αναγνώρισε πως η προσφεύγουσα υπέστη ηθική βλάβη από αυτή την εις βάρος της ενέργεια, που προσέβαλε την αξιοπρέπειά της και καταδίκασε την Ελλάδα να της καταβάλει εντός τριών μηνών από την έκδοση απόφασης ποσό 10.000 ευρώ ως χρηματική της ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και ποσό 875 ευρώ για έξοδα και δαπάνες.

Η εν λόγω απόφαση υπογραμμίζει για ακόμα μία φορά την ανάγκη τήρησης των θεμελιωδών αρχών κατά τη διενέργεια ερευνών και πράξεων από τα διωκτικά όργανα που εκ της φύσεώς τους άγονται σε περιορισμό δικαιωμάτων των ερευνώμενων, με αποτέλεσμα να καθίσταται απαραίτητος ο έλεγχος της αναγκαιότητας, του επιδιωκόμενου σκοπού και των εν γένει περιστάσεων υπό τις οποίες τελείται μία τέτοιου είδους πράξη, θέτοντας το τρίπτυχο υπό το οποίο ελέγχεται η κάθε περίπτωση.

Αυτούσιο το σώμα της απόφασης στο εδώ.

(πηγή : Eυρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου).

 

 

Lorem ipsum dolor sit amet, consectetur adipiscing elit. Ut elit tellus, luctus nec ullamcorper mattis, pulvinar dapibus leo.